απελαύνω


απελαύνω
απελαύνω, απέλασα και απήλασα βλ. πίν. 96

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπελαύνω — ἀ̱πελαύ̱νω , ἀπελαύνω drive away aor ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀπελαύ̱νω , ἀπελαύνω drive away aor subj act 1st sg ἀπελαύ̱νω , ἀπελαύνω drive away pres subj act 1st sg ἀπελαύ̱νω , ἀπελαύνω drive away pres ind act 1st sg ἀπελαύ̱νω , ἀπελαύνω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απελαύνω — (AM ἀπελαύνω) [ελαύνω] νεοελλ. απομακρύνω, εκτοπίζω κάποιον έξω από τα σύνορα της χώρας αρχ. Ι. 1. εκδιώκω κάποιον μακριά από έναν τόπο 2. εξορίζω κάποιον 3. κρατώ κάποιον σε απόσταση 4. εξαλείφω, αποσοβώ κάτι II. (αμτβ.) 1. αποχωρώ, απέρχομαι 2 …   Dictionary of Greek

  • απελαύνω — [апэлавно] р. изгонять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • απελαύνω — έλασα, ελάθηκα, διώχνω αλλοδαπό μακριά από τη χώρα: Μια δημοκρατική χώρα μόνο για πολύ σοβαρή αιτία αποφασίζει να απελάσει έναν ξένο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπελᾷ — ἀπελαύνω drive away fut ind mid 2nd sg (attic epic) ἀπελαύνω drive away fut ind act 3rd sg (attic epic) ἀπελαύνω drive away pres subj mp 2nd sg (epic) ἀπελαύνω drive away pres ind mp 2nd sg (epic) ἀπελαύνω drive away pres subj act 3rd sg (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελῶσιν — ἀπελαύνω drive away fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀπελαύνω drive away fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἀπελαύνω drive away pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀπελαύνω drive away pres subj… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελαυνούσης — ἀπελαύνω drive away fut part act fem gen sg (attic epic) ἀπελαῡνούσης , ἀπελαύνω drive away pres part act fem gen sg (attic epic ionic) ἀπελαύνω drive away fut part act fem gen sg (attic epic) ἀπελαῡνούσης , ἀπελαύνω drive away pres part act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελαῦνον — ἀπελαύνω drive away pres part act masc voc sg ἀπελαύνω drive away pres part act neut nom/voc/acc sg ἀπελαύνω drive away pres part act masc voc sg ἀπελαύνω drive away pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελῶμεν — ἀπελαύνω drive away fut ind act 1st pl (attic) ἀπελαύνω drive away pres subj act 1st pl (attic epic ionic) ἀπελαύνω drive away pres ind act 1st pl (epic) ἀπελαύνω drive away imperf ind act 1st pl (epic) ἀπολούω wash off imperf ind act 1st pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεληλασμένα — ἀπελαύνω drive away perf part mp neut nom/voc/acc pl ἀπεληλασμένᾱ , ἀπελαύνω drive away perf part mp fem nom/voc/acc dual ἀπεληλασμένᾱ , ἀπελαύνω drive away perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)